λεπιδωτός

λεπιδωτός
η , ό[ν] чешуйчатый

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "λεπιδωτός" в других словарях:

  • λεπιδωτός — scaly masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεπιδωτός — ή, ό (Α λεπιδωτός, ή, όν) [λεπιδούμαι] καλυμμένος από λέπια ή από φολίδες (α. «ἔχει δὲ καὶ ὄνυχας καρτεροὺς καὶ δέρμα λεπιδωτὸν [ὁ κροκόδειλος]», Ηρόδ. β. «θώρηκα εἶχε χρύσεον λεπιδωτόν», Ηρόδ.) νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. τα λεπιδωτά τάξη ερπετών… …   Dictionary of Greek

  • λεπιδωτός — ή, ό αυτός που καλύπτεται από λέπια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λεπιδωτά — λεπιδωτός scaly neut nom/voc/acc pl λεπιδωτά̱ , λεπιδωτός scaly fem nom/voc/acc dual λεπιδωτά̱ , λεπιδωτός scaly fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεπιδωτῶν — λεπιδωτός scaly fem gen pl λεπιδωτός scaly masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεπιδωτόν — λεπιδωτός scaly masc acc sg λεπιδωτός scaly neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεπιδωταί — λεπιδωτός scaly fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεπιδωτοῖς — λεπιδωτός scaly masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεπιδωτοί — λεπιδωτός scaly masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεπιδωτοῦ — λεπιδωτός scaly masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεπιδωτούς — λεπιδωτός scaly masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»